ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΙΣ

Ανακοινωσις επι της Απόφασης 2595/2017 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών

 

22

23

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΙΣ

ΔΙΑ ΠΛΗΡΕΣΤΕΡΑΝ ΕΝΗΜΕΡΩΣΙΝ ΠΑΡΑΘΕΤΟΥΜΕ ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΙΝ ΕΠΙ ΤΗΣ ΥΠ΄ΑΡΙΘ. 2595/2017 ΑΠΟΦΑΣΕΩΣ ΤΟΥ ΠΟΛΥΜΕΛΟΥΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ ΑΘΗΝΩΝ, ΤΟΥ ΚΡ.΄.ΑΔ.΄.

ΣΠΥΡΙΔΩΝΟΣ ΠΑΡΑΜΥΘΙΩΤΗ

ΕΠΙΤΙΜΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΟΥ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

Γ    Ν    Ω    Μ    Ο   Δ    Ο    Τ    Η    Σ    Η

Α΄.ΕΙΣΑΓΩΓΗ

   Ως μέλος ομάδας νομικών και νομομαθών, η οποία έχει συσταθεί στο ΄Υπατο Συμβούλιο του 33ου και Τελευταίου Βαθμού δια την Ελλάδα του Αρχαίου και Αποδεδεγμένου Σκωτικού Τύπου 1872 για την  αντιμετώπιση των πάσης φύσεως νομικών ζητημάτων και την υποστήριξη των υποθέσεών του (εκκρεμών και άλλων) στα Πολιτικά Δικαστήρια, κατόπιν και της λίαν προσφάτως εκδοθείσης υπ΄αριθμ. 2595/2017 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (Τμήμα Ενοχικό), εκλήθην με την ιδιότητά μου ως Δικαστικού Λειτουργού (Συμβούλου Επικρατείας ε.τ.) να προβώ σε κατ΄αρχήν νομικό σχολιασμό της ανωτέρω δικαστικής απόφασης , εκφέροντας συνάμα  τις απόψεις μου κυρίως, δε, να προβώ στη σύνταξη σχετικής γνωμοδότησης επί των σημείων εκείνων, τα οποία, τυχόν, είναι δυνατόν , υπό προϋποθέσεις,  να επηρεάσουν καθ’ οιονδήποτε τρόπο και  άμεσα ή στο εγγύς μέλλον , τρόπο την υφισταμένη κατάστασή του (Διοικητική, Οικονομική και Λειτουργική) ΄Ελάβαμε υπόψη την ανωτέρω δικαστική απόφαση, μελετήσαμε τα σχετικά έγγραφα (δικόγραφα αγωγής, προτάσεις των διαδίκων , αποδεικτικά στοιχεία που αναφέρονται )  και αποφαινόμεθα ως εξής:

Β΄.ΙΣΤΟΡΙΚΟ

   Με την από 01-12-2015 αγωγή τους απευθυνομένης ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (Τμήμα Ενοχικό) οι ενάγοντες δηλαδή ο Ραφαήλ (Ραούλ) Ντε Σιγούρα και οι Α.Κ. και Π.Τ. μέλη της Ενώσεως χωρίς νομική προσωπικότητα με την επωνυμία «Υπατο Συμβούλιο του 33ου Βαθμού δια την Ελλάδα του Α.Α.Σ.Τ». ζήτησαν:α) Να αναγνωρισθεί το ανυπόστατο άλλως η ακυρότητα του συνόλου των εκδοθεισών πράξεων και αποφάσεων των εναγομένων (Υ.Σ. και Μεγάλου Συμβουλίου) , οι οποίες τελέσθηκαν μετά την 12-11-2008 και κάθε αποφάσεως των προσβαλλομένων συμβουλίων η οποία θα εκδοθεί στο μέλλον από αυτά ή από όσων συμβουλίων τυχόν προκύψουν από τα ήδη προσβαλλόμενα. β) Να αναγνωρισθεί  ειδικότερα το ανυπόστατο άλλως η ακυρότητα των εκλογών των εναγομένων, οι οποίες έγιναν στις 20-12-2010 και τον Μάρτιο 2013 προς ανάδειξη Συμβουλίων, όπως και το ανυπόστατο άλλως η ακυρότητα της από 24-09-2014 αποφάσεως των εναγομένων περί διαγραφής του Ραφαήλ (Ραούλ) Ντε Σιγούρα από μέλους των εναγομένων ενώσεων λόγω  δήθεν πειθαρχικών παραπτωμάτων του. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η προαναφερόμενη απόφαση ,το  διατακτικό της οποίας έχει ως εξής:

ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.

ΔΕΧΕΤΑΙ την αγωγή.

ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ την ακυρότητα των αρχαιρεσιών της πρώτης εναγόμενης που έλαβαν χώρα στις 20-12-2010 και 06-03-2013 καθώς και της υπ΄αριθμ. 1/24-09-2014 απόφασης της πρώτης εναγόμενης περί διαγραφής του πρώτου ενάγοντος.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τις εναγόμενες στα δικαστικά έξοδα των εναγόντων , τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.

Γ΄.ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΟΥ ΔΙΑΤΑΚΤΙΚΟΥ

Από το ανωτέρω διατακτικό της δικαστικής αυτής απόφασης  και καθ΄ερμηνείαν αυτού προκύπτουν τα εξής: α) Το δικαστήριο ναι μεν όπως αναγράφεται στην αρχή του διατακτικού της απόφασής του  και μετά την φράση: «ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων» «ΔΕΧΕΤΑΙ την αγωγή»  ουχ΄ήττον όμως ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ σιωπηρώς (σιγή) αυτήν ως προς το αίτημα με το οποίο οι ενάγοντες ζήτησαν να αναγνωρισθεί: « το ανυπόστατο άλλως η ακυρότητα του συνόλου των εκδοθεισών πράξεων και αποφάσεων των εναγομένων, οι οποίες τελέσθηκαν μετά την 12-11-2008 και κάθε αποφάσεως των προσβαλλομένων συμβουλίων η οποία θα εκδοθεί εις το μέλλον από αυτά ή από όσων συμβουλίων τυχόν προκύψουν από τα ήδη προσβαλλόμενα» Ενόψει τούτου,είναι πρόδηλον ότι  ουδόλως θίγονται οι πράξεις και αποφάσεις των Συμβουλίων που έχουν προκύψει από τις διεξαχθείσες εκλογές της 20-12-2010 και 06-03-2013, πολύ δε περισσότερο οι εκλογές της 15-06-2016 από τις οποίες αναδείχθηκε το παρόν ΄Υπατο Συμβούλιο, οι οποίες ως φέρουσες αδιαλείπτως «το τεκμήριο της νομιμότητας» θεωρούνται και εξακολουθούν να είναι κατά πάντα σύννομες και έγκυρες. Τούτο, διότι το δικαστήριο αυτό και ανεξαρτήτως της ορθότητας της νομικής του σκέψης και της εν συνεχεία παρατιθέμενης αιτιολογίας αποδοχής της αγωγής και μόνον κατά το δεύτερο αυτής αίτημα, μάλιστα όλως «επικουρικώς», αφού οι ενάγοντες ζητούσαν να αναγνωρισθεί πρωτίστως το «ανυπόστατο» σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσε να χωρήσει και σε ρητή ακύρωση των εν λόγω πράξεων των Συμβουλίων(αποφάσεων περί αυξήσεως φωτός στους έχοντες τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα αδελφούς τέκτονες , απονομής βαθμών και άλλων αποφάσεων αφορωσών την εν γένει λειτουργία και δραστηριότητα του Υπάτου Συμβουλίου και των υπό την Αιγίδα αυτού Εργαστηρίων) , για το λόγο δε αυτό δεν ασχολήθηκε καθόλου ούτε με το αίτημα αυτό καθεαυτό ούτε και με τους προβαλλόμενους λόγους και ισχυρισμούς των εναγόντων. Το δικαστήριο φαίνεται ότι  περιόριστηκε στην εξέταση μόνον της νομιμότητας και εγκυρότητας των Συμβουλίων που προέκυψαν κατά τις 20-12-2010 και 06-03-2013 οπόθεν και ανεδείχθησαν ως ΄Υπατοι Μεγάλοι Ταξιάρχες ο Χρήστος Μανέας και Σπυρίδων Καμαλάκης  και τα υπ΄αυτούς Συμβούλια αντιστοίχως. Συνεπώς , το δικαστήριο δεν δέχθηκε στο σύνολό της την κρινόμενη αγωγή, όπως ζητούσαν οι ενάγοντες, αλλά μερικώς και μόνον κατά το δεύτερο αίτημα αυτής και μάλιστα όχι το πρωτεύον και κύριο δηλαδή την αναγνώριση του ανυποστάτου των αποφάσεων των ως άνω Συμβουλίων, αλλά το επικουρικό ,δηλαδή την ακυρότητα αυτών. Είναι προφανής η διαφορά και πλέον προφανέστερον ότι η ανωτέρω δικαστική απόφαση ως αναγνωριστική ακυρότητας των ανωτέρω δυο αποφάσεων του Υ.Σ. δεν επάγεται ουδέν έννομο αποτέλεσμα ούτε εμπεριέχει απολύτως καμία εκτελεστότητα δηλαδή οι ενάγοντες σε καμία περίπτωση δεν είναι δυνατόν να επαναφέρουν τη «νομική» κατάσταση εκείνη που υφίστατο και προϋπήρχε προ της αναγνωρίσεως της ακυρότητας των εν λόγω αποφάσεων , τούτο δε, για δυο λόγους: α) Δεν νοείται και δεν υπάρχει νόμιμος δικονομικός τρόπος για την «εκτέλεση» δικαστικής απόφασης που εκδόθηκε επί αναγνωριστικής αγωγής και β) κατά τον προδιαδραμόντα χρόνο 7 και 4 ετών αντιστοίχως έχει παρατηρηθεί μεταβολή στην  τότε σύνθεση των Συμβουλίων  καθώς τινά μέλη τα οποία μετείχαν αυτών  είτε είχαν αποχωρήσει κατά διάφορα χρονικά διαστήματα λόγω οικειοθελούς παραιτήσεως είτε άλλα έχουν αποβιώσει. Συνεπώς, και εκ του λόγου αυτού πέραν των προαναφερθέντων δεν υφίσταται ουδεμία δυνατότητα εκ νέου συγκροτήσεως των Συμβουλίων αυτών, όπως δηλαδή αυτά είχαν κατά τον χρόνο εκλογής και συγκρότησής τους.,  Τούτο , ανεξαρτήτως  του ότι όπως έχω υποστηρίξει και σε προηγούμενη γνωμοδότησή μου «περί της εννοίας των πράξεων περιορισμένης χρονικής ισχύος»  και εξακολουθώ σθεναρώς να υποστηρίζω,  παραθέτοντας συνάμα νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας και άλλων δικαστηρίων, στην προκείμενη περίπτωση δεν είναι δυνατή η παρέκταση θητείας μετά τη λήξη της σε κανένα μέλος του Συμβουλίου είτε είναι ο Υ.Μ.Τ. είτε οιοδήποτε άλλο μέλος.Στην παρούσα σημειώνω προηγούμενο σχόλιό μου επί της υπ΄αριθμ. 823/1963 απόφασης του Συμβουλίου της Επικρατείας με την οποία κρίθηκε ομοία περίπτωση αποβολής μελών Σωματείου τα οποία είχαν εκπέσει από τα αξιώματά τους, λόγω παρεκκλίσεως αυτών  εκ του σκοπού δια τον οποίον εξελέγησαν και των υπό του Σωματείου επιδιωκομένων σκοπών, με παραβιάσεις βασικών διατάξεων του καταστατικού του. Ειδικότερα είχα προβεί στις εξής παρατηρήσεις:

«Με την εν λόγω απόφαση το Συμβούλιο της Επικρατείας , εξετάζοντας  ειδικότερα το ζήτημα της νομιμοποιήσεως δηλαδή του δικαιώματος και του εννόμου συμφέροντος των μελών του Δ.Σ. του Σωματείου, να ασκήσουν αίτηση ακυρώσεως κατά της απόφασης «περί εκπτώσεώς  τους», έκρινε  τα εξής: « Οι αιτούντες θιγόμενοι ηθικώς εκ της κηρύξεως αυτών εκπτώτων από του ρηθέντος αξιώματός των , νομιμοποιούνται εις την άσκησιν της υπό κρίσιν αιτήσεως , ανεξαρτήτως του αν, ληξάσης της θητείας των , υφίσταται ήδη δυνατότης όπως αποκατασταθώσιν εν τη διοικήσει του ειρημένου Σωματείου και ασκήσωσιν εκ νέου τα καθήκοντά των»

Καθ΄ερμηνεία των ανωτέρω, το Δικαστήριο αφού δέχθηκε ότι οι αιτούντες έχουν θιγεί ηθικώς εκ της κηρύξεως  αυτών εκπτώτων έκρινε, ότι αυτοί νομιμοποιούνται ενεργητικώς να ασκήσουν την κρινόμενη αίτηση στρεφόμενοι κατά της πράξης (απόφασης) περί εκπτώσεώς των, δηλαδή, ότι η αίτηση ακυρώσεως ασκείται «παραδεκτώς» τούτο , δε, ανεξαρτήτως αν έχει λήξει η θητεία τους και, συνεπώς δεν υφίσταται πλέον δυνατότητα υλικής αποκαταστάσεως αυτών με την εκ νέου ανάληψη της διοικήσεως του Σωματείου, αλλά, μόνον ηθικής.

.Ως συμπέρασμα προκύπτει, αβιάστως, ότι η  προβλεπόμενη από το Καταστατικό Σωματείου,  θητεία των  μελών του Δ.Σ. αυτού, λήγει με την πάροδο και της τελευταίας ημέρας  του χρόνου που ορίζεται στο Καταστατικό του, μη δυναμένη, ως εκ τούτου να συνεχισθεί κατά νόμιμο τρόπο. Συνεπώς , μεταγενεστέρως,  και με την εκλογή του νέου Δ.Σ. του Σωματείου, συνεχίζεται νομίμως και αδιαταράκτως η λειτουργία αυτού και, όλες οι υπ΄αυτού εκδιδόμενες πράξεις και αποφάσεις  είναι, σύμφωνα με το «τεκμήριο της νομιμότητος» κατά πάντα σύννομες και έγκυρες.»

Κατ΄ακολουθίαν,  η επίμαχη δικαστική απόφαση και ανεξαρτήτως τυχόν άλλων πλημμελειών της αιτιολογίας της που θα οδηγούσαν σε περίπτωση ασκήσεως κατ΄αυτής εφέσεως στην εξαφάνισή της, ως έχει, ουδεμία απολύτως νομική ή άλλης φύσεως συνέπεια δεν δύναται να έχει για όλους τους προεκτεθέντες λόγους. Θα πρέπει επίσης ιδιαιτέρως να τονισθεί ότι το Δικαστήριο παρά το ότι οι ενάγοντες είχαν ζητήσει την αναγνώριση της ακυρότητας αποφάσεων που θα έχουν εκδοθεί από τα επερχόμενα Συμβούλια, εκτός του ότι, όπως ειπώθηκε, το αίτημα αυτό των εναγόντων απερρίφθη σιωπηρώς «σιγή», δεν προβαίνει σε ουδεμία αναφορά ούτε καν μνεία για την νομιμότητα ή την κανονικότητα του ήδη υπάρχοντος Υπάτου Συμβουλίου, υπό τον Κραταιότατο ΄Υπατο Μεγάλο Ταξιάρχη Νικόλαο Κιλάκο και τα υπ΄αυτόν Μέλη του, εξου προκύπτει, ότι θεωρεί τούτο ως ΝΟΜΙΜΩΣ υφιστάμενο και ΚΑΝΟΝΙΚΩΣ λειτουργούν ΄Υπατο Συμβούλιο νομίμως δε εκπροσωπούμενο από τον ΄Υπατο Μεγάλο Ταξιάρχη του κατά τους ορισμούς του Γενικού Κανονισμού του Α.Α.Σ.Τ. Περαιτέρω δε και ως αποτέλεσμα αυτού, θεωρεί και όλες τις εκδοθείσες πράξεις και αποφάσεις του ως περιβεβλήμένες με το «τεκμήριο της νομιμότητας». Ενόψει τούτου και εφόσον , όπως προκύπτει, οι εν λόγω πράξεις και αποφάσεις του παρόντος Υ.Σ. ουδέποτε έχουν προσβληθεί νομίμως και εμπροθέσμως ενώπιον οιουδήποτε δικαστηρίου από τους προς τούτο έχοντες έννομο συμφέρον , αυτές, έχουν καταστεί και εξακολουθούν να είναι νόμιμες και έγκυρες και με όλα τα εξ΄αυτών απορρέοντα δικαιώματα απαράγραπτα.  ΄Αλλωστε με την σιωπηρά απόρριψη από το δικαστήριο του σχετικού αιτήματος των εναγόντων να αναγνωρισθεί δηλαδή το ανυπόστατο άλλως η ακυρότητα των πράξεων των συμβουλίων που τυχόν θα προκύψουν από τα προσβαλλόμενα, επιρρωνύεται η ανωτέρω νομική άποψη, εξ΄αυτής δε της κρίσεως του δικαστηρίου παράγεται και δεδικασμένο το οποίο κωλύει την επάνοδο επί των ήδη κριθέντων. Και πάλιν στο σημείο αυτό θα πρέπει να τονισθεί ώστε να γίνει απολύτως κατανοητό ότι το δικαστήριο με την εκδοθείσα απόφασή του δεν δέχθηκε ούτε το πρώτο αίτημα της αγωγής ως είχε αυτό, ούτε όμως και το πρωτίστως προβαλλόμενο κύριο αίτημα δηλαδή την αναγνώριση του «ανυποστάτου» των προσβαλλόμενων αποφάσεων της 20-12-2010 και 06-03-2013 του Υ.Σ. αλλά αναγνώρισε απλώς «την ακυρότητα» αυτών, και τούτο ως συνέπεια  και εν συνεχεία των ήδη εκδοθεισών δικαστικών αποφάσεων με τελευταία την υπάριθμ. 590/2015 απόφαση του Αρείου Πάγου. Ωστόσο, όμως,  η σημερινή δικαστική απόφαση με την οποία και  κατ΄αποδοχή του επικουρικώς (τονίζεται) υποβληθέντος αιτήματος των εναγόντων, αναγνωρίζεται απλώς η ακυρότητα των ανωτέρω πράξεων (αποφάσεων) ουδέν επάγεται  έννομο αποτέλεσμα ούτε σ΄αυτήν  εμπεριέχεται κανενός είδους εκτελεστότητα ούτε τέλος καταλείπεται  τέτοιο.

Ενόψει δε των ανωτέρω το, υπό τον Υ.Μ.Τ. Νικόλαο Κιλάκο ΄Υπατο Συμβούλιο προδήλως  και αδιαμφισβητήτως πλέον , παρελκουσών των κατ΄αυτού προβαλλομένων κατά καιρούς αμφισβητήσεων εκ μέρους αναρμοδίων προσώπων, εξακολουθεί, αδιαταράκτως, την λειτουργία του ως το ΜΟΝΟΝ Νόμιμο , Κανονικό και σύμφωνο με τα Μεγάλα Συντάγματα 1762, 1786 και τον Γενικό Κανονισμό του Α.Α.Σ.Τ. Παρέπεται , δε, ότι ουδεμία ασκεί  επιρροή ή συνέπεια το γεγονός ότι άλλη Τεκτονική Δύναμη και συγκεκριμένα η Μεγάλη Στοά της Ελλάδος με την υπάριθμ. 08/2016 Εγκύκλιό της «έχει παύσει να αναγνωρίζει και να διατηρεί σχέσεις αλληλοεπισκεψιμότητας τόσον με το προηγούμενο Υ.Σ. υπό τον τέως Υ.Μ.Τ. Σπυρίδωνα Καμαλάκη όσο και με το διάδοχο αυτού και νυν υφιστάμενο και νομίμως και κανονικώς λειτουργούν ΄Υπατο Συμβούλιο υπό τον νυν Υ.Μ.Τ. Νικόλαο Κιλάκο» , καθώς  δεν προβλέπεται κανενός είδους αναγνώριση εκ μέρους άλλων Τεκτονικών Δυνάμεων διαφόρων του Αρχαίου και Αποδεδεγμένου Σκωτικού Τύπου για να λειτουργήσει το ΄Υπατο Συμβούλιο, αλλά μόνον « σχέσεις μετά πάντων των ανά την Υφήλιον κανονικών Υπάτων Συμβουλίων του Α.Α.Σ.Τ. «προς τον σκοπόν της διατηρήσεως και εξαπλώσεως της τεκτονικής αρμονίας και της από κοινού εργασίας υπέρ της προόδου του Τάγματος» (άρθρο 40 του Γ.Κ.)  Εξάλλου και καθόσον αφορά τις σχέσεις του Υ.Σ προς κανονικώς λειτουργούσαν και αναγνωρισμένην Μεγάλην Στοά εν Ελλάδι δύνανται να ρυθμίζονται δια συνθήκης…..» (άρθρο 44 του Γ.Κ.). Εκ τούτου και εφόσον κάποια τέτοια Τεκτονική Δύναμη εκ των οιονεί συμβαλλομένων δεν επιθυμεί  να συνάψει τέτοια συνθήκη , ουδαμώς η εν λόγω  παράλειψη σύναψης ή η εκδηλουμένη άρνηση προς σύναψη τέτοιας συνθήκης είναι δυνατόν να θεωρηθεί ότι  παρακωλύεται ή  καθίσταται εκ του λόγου αυτού μη νόμιμη και έγκυρη η λειτουργία του Υπάτου Συμβουλίου το οποίο, όπως είναι παγκοίνως γνωστό «αναγνωρίζεται από της ιδρύσεως του  διηνεκώς από όλα τα εκτός Ελλάδος ΄Υπατα Συμβούλια της Υφηλίου. Περαιτέρω και καθόσον αφορά την κρίση του δικαστηρίου με την οποία αναγνωρίζεται και η ακυρότητα της υπ΄αριθμ. 1/24-09-2014 απόφασης του Υ.Σ. περί του οριστικού αποκλεισμού από του Τάγματος του Ραφαήλ(Ραούλ) Ντε Σιγούρα λόγω πειθαρχικών αυτού παραπτωμάτων παρατηρούμε τα εξής: Το δικαστήριο με αυτεπάγγελτη ενέργειά του, ωσάν να πρόκειται για Δημοσίας Τάξης ζήτημα το οποίο ερευνάται νομίμως και αυτεπαγγέλτως μόνον από  Διοικητικό Δικαστήριο, (Συμβούλιο της Επικρατείας και Τακτικά Διοικητικά Δικαστήρια)  ουδόλως όμως συγχωρείται τέτοια έρευνα στο ιδιωτικό δίκαιο (ΑΚ καιΚΠολΔικ) πέραν των προβαλλομένων λόγων με την αγωγή, εν τούτοις αναγνωρίζει την ακυρότητα της εν λόγω αποφάσεως δηλαδή δεν την ακυρώνει αφού τέτοια κρίση δεν θα ήταν επιτρεπτή κατά την παρούσα διαδικασία αλλά με «παρεμπίπτουσα» κρίση αυτού χωρεί στην ανωτέρω αναγνώριση. Πέραν όμως της νομικής ή μη ορθότητας της παρατιθέμενης αιτιολογίας , θα πρέπει να σημειωθεί και εν ταυτώ να ληφθεί υπόψη ότι στην προκείμενη περίπτωση δεν επρόκειτο για κάποια απόφαση του Υπάτου Συμβουλίου ως Διοικητικού Οργάνου αλλά του Υ.Σ. ενεργούντος ως Πειθαρχικού Οργάνου το οποίο εν Ολομελεία εκδικάζει σύμφωνα με τον Γενικό Κανονισμό τα πειθαρχικά παραπτώματα των Τεκτόνων του Α.Α.Σ.Τ. που φέρουν τον 33ον Βαθμόν ( άρθρο 124 του Γ.Κ. ).Συνεπώς, το δικαστήριο προέβη στην ανωτέρω κρίση ενεργώντας καθ΄υπέρβαση δικαιοδοσίας και αρμοδιότητας. Τούτο διότι σύμφωνα με το άρθρο 88 του Α.Κ. με τον ειδικότερο τιτλο: «Αποβολή μελών»: « Αποβολή μέλους( σωματείου) » επιτρέπεται « : 1. Στις περιπτώσεις που επιτρέπει το καταστατικό. 2.Αν υπάρχει σπουδαίος λόγος και το αποφασίσει η γενική συνέλευση. Το μέλος που έχει αποβληθεί έχει το δικαίωμα να προσφύγει στον Πρόεδρο Πρωτοδικών μέσα σε δυο μήνες αφ΄ότου του γνωστοποιήθηκε η απόφαση, αν η αποβολή έγινε αντίθετα με τους όρους του καταστατικού ή αν δεν υπήρχαν σπουδαίοι λόγοι για την αποβολή του». ΄Όπως προκύπτει από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 78 και 80 του Α.Κ. στο καταστατικό του Σωματείου μπορεί να υπάρχει πρόβλεψη για τους λόγους αποβολής αυτού, το αρμόδιο για την επιβολή της όργανο καθώς και τη διαδικασία που πρέπει να τηρηθεί, προσέτι δε προκύπτει ότι, εάν η περί αποβολής απόφαση είναι ελαττωματική μπορεί να ασκηθεί κατ΄αυτής προσφυγή –και ουχί αγωγή- από το μέλος που αποβλήθηκε , εφόσον η αποβολή έγινε αντίθετα στους όρους του καταστατικού ή χωρίς να συντρέχει προς τούτο σπουδαίος λόγος. Αρμόδιο δικαστήριο για την εκδίκαση της προσφυγής είναι το Μονομελές Πρωτοδικείο της έδρας του σωματείου, η δε προσφυγή πρέπει να ασκηθεί μέσα σε προθεσμία δυο (2) μηνών που αρχίζει από τη γνωστοποίηση στο μέλος της απόφασης για την αποβολή. Τέλος η προσφυγή εκδικάζεται κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων  (άρθρα 88 παρ.2 Α.Κ. 25 παρ.2, 686 επ του ΚΠολΔικ και 3 παρ.2 του ΕισΝΠολΔικ. ΜονΠρωτΘηβών 131/2013), Συνεπώς, εφ΄όσον δεν είχε προσβληθεί, νομίμως και εμπροθέσμως η ανωτέρω απόφαση του Υπάτου Συμβουλίου ενεργούντος ως Πειθαρχικού Συμβουλίου ,περί επιβολής  οριστικού αποκλεισμού από το Τάγμα του Ραφαήλ (Ραούλ) ,αυτή και παρά την ανωτέρω παρεμπίπτουσα κρίση του παρόντος δικαστηρίου εξακολουθεί νομίμως ισχύουσα. Δηλαδή ο Ραφαήλ (Ραούλ) Ντε Σιγούρα έχοντας αποκλεισθεί οριστικώς από του Τάγματος, δεν είχε την εξουσία να προβεί σε καμία πράξη ή να εκδώσει απόφαση που θα αφορούσε το Υπάτο Συμβούλιο και τα μέλη του και κατά συνέπεια όλες  οι μετέπειτα  από την  ημερομηνία κοινοποιήσεως σ΄αυτόν της ως άνω υπάριθμ. 01/24-09-2014  απόφασης του Υ.Σ. ως Πειθαρχικού Συμβουλίου πράξεις και αποφάσεις του  έχουν εκδοθεί κατά νόσφιση εξουσίας. Τέλος και καθόσον αφορά την ανωτέρω κρίση του δικαστηρίου, αυτή σύμφωνα δε και με όσα έγιναν δεκτά, συνιστά, προδήλως, βάσιμο λόγο εφέσεως ανεξαρτήτως  των λοιπών τυχόν υφισταμένων νομικών πλημμελειών  αυτής, παραδεκτώς προβαλλομένων  επίσης  ως λόγων εφέσεως.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ:

Ενόψει όλων των προπαρατεθεισών σκέψεων και νομικών απόψεων ειδικότερα καθόσον αφορά την ερμηνεία του διατακτικού της υπ΄αριθμ.2595/2017 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εκδοθείσης επί αγωγής των προναφερθέντων εναγόντων και στρεφομένης κατά του συνόλου των εκδοθεισών αποφάσεων των Συμβουλίων που προέκυψαν κατά την 20-12-2010 και 06-03-2013, των οποίων ζητήθηκε η αναγνώριση του ανυποστάτου άλλως της ακυρότητας αυτών, αποφαίνομαι και γνωμοδοτώ: α) Η ασκηθείσα αγωγή δεν έγινε εν ΟΛΩ ΔΕΚΤΗ ως εκ παραδρομής προφανώς αναφέρεται, αλλά ΕΝ ΜΕΡΕΙ ΔΕΚΤΗ. β) Το αίτημα της αγωγής να αναγνωρισθεί πρωτίστως το ανυπόστατο των πράξεων (αποφάσεων) των εν λόγω Συμβουλίων καθώς και των εξ΄αυτών επερχομένων ως διαδόχων τους, απερρίφθη σιωπηρώς (σιγή). γ) Το δεύτερο αίτημα  των εναγόντων όπως αυτό διατυπώνεται στο αιτητικό της αγωγής για την αναγνώριση επίσης του ανυποστάτου άλλως της ακυρότητας των «αρχαιρεσιών» όπως εκλαμβάνει την «εσωτερική» εκλογή των μελών του Συμβουλίου (άρθρο 8 παρ.1 του Γ.Κ.) το δικαστήριο, ενώ δεν πρόκειται περί αρχαιρεσιών Σωματείου, έγινε επίσης δεκτό μόνον κατά το «επικουρικώς» υποβληθέν μέρος αυτού. δ) Η κατά τον ανωτέρω τρόπο «αναγνώριση της ακυρότητας» των αρχαιρεσιών (εσωτερικής εκλογής το ορθότερο) των μελών Συμβουλίων της 20-12-2010 και 03-06-2013 ουδέν επάγεται έννομο αποτέλεσμα ή νομική ή άλλη συνέπεια για το νυν υπάρχον και ΜΟΝΟΝ νομίμως λειτουργούν ΄Υπατο Συμβούλιο υπό τον Υ.Μ.Τ. Νικόλαο Κιλάκο. ε) Η αναγνώριση της ακυρότητας της υπ΄αριθμ. 1/24-09-2014 απόφασης του Υπάτου Συμβουλίου ως Πειθαρχικού Συμβουλίου περί οριστικού αποκλεισμού του Ραφαήλ (Ραούλ) Ντε Σιγούρα λόγω πειθαρχικών αυτού παραπτωμάτων, έγινε καθ΄υπέρβαση δικαιοδοσίας του δικαστηρίου και με αυτεπάγγελτη ,πλην μη επιτρεπομένη ενέργειά  αυτού και με παρεμπίπτουσα κρίση΄

ΤΕΛΙΚΟ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ: Η ανωτέρω δικαστική απόφαση ούτε αναφέρεται ούτε αφορά κατ΄ουδέν το παρόν ΄Υπατο Συμβούλιο του 33ου και Τελευταίου Βαθμού δια την Ελλάδα του Αρχαίου και Αποδεδεγμένου Σκωτικού Τύπου 1872, υπό τον ΄Υπατο Μεγάλο Ταξιάρχη Νικόλαο Κιλάκο ο οποίος και το εκπροσωπεί νομίμως,  το οποίο, νομίμως, κανονικώς και αδιαταράκτως συνεχίζει τη λειτουργία του, επιφυλάσσεται δε παντός νομίμου δικαιώματός του.

                                Αθήνα 09 Αυγούστου 2017

Σπυρίδων Α.Παραμυθιώτης

Σύμβουλος Επικρατείας ε.τ.

 

 

Πηγές: Αστικός Κώδικας , Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας. ΕισΝΚΠολΔικ, π.δ.18/1989 «Κωδικοποίηση διατάξεων νόμων για το Συμβούλιο της Επικρατείας», Ενδεικτική Νομολογία ΣτΕ και Πολ.Δικαστηρίων. Μεγάλα Συντάγματα 1762, 1786, Γενικός Κανονισμός του Υπάτου Συμβουλίου του Αρχαίου και Αποδεδεγμένου Σκωτικού Τύπου δια την Ελλάδα κ.α.