Ο Ελευθεροτεκτονισμός (ΑΑΣΤ)  αυτοπροσδιορίζεται (επίσημα Τεκτονικά κείμενα) ως ένας πανάρχαιος μυστηριακός θεσμός αφ' εαυτού προερχόμενος, έχων ιδίαν γένεσιν, απορρέων εκ του Ορθού Λόγου και κατά συνέπειαν παγκόσμιος. Θεσμός συγγενικήν σχέσιν έχων με όλα τα Μυστήρια του παρελθόντος, και δη κατά την γνώμην μου ως πρόγονός των, με τη έννοιαν, ότι όλα τα αρχαία και νεώτερα Μυστήρια, Ελληνικά, Αιγυπτιακά, Εβραϊκά, Μιθραϊκά, Πρωτοχριστιανικά (Γνωστικά), Ροδοσταυρικά κλπ, ήσαν είναι και θα είναι εάν είναι όντως Μυστήρια, κατά τόπους και χρόνους εκδηλώσεις του παγκοσμίου Ελευθεροτεκτονισμού. Και με κοινόν καθοδηγητικόν κέντρον αυτών κατά τας περιόδους ακμής των, το Υπατον Μυστηριακόν Συμβούλιον, το εν τω Ουρανώ.

Kατά παράδοσιν τα Μυστήρια, όλα τα Μυστήρια, συνεπώς και ο Τεκτονισμός, εώρταζαν και   εορτάζουν πάντοτε ως φυσικάς εορτάς τας Τροπάς και τας Ισημερίας, αι οποίαι οριοθετούν και καθορίζουν τας τέσσαρας ετησίους εποχάς. Κατά την γνώμην μου, ο λόγος είναι ο εξής:
Εις ανύποπτον χρόνον, τα Μυστήρια κατέκτησαν μυστηριακώς την γνώσιν ότι ο Κόσμος, το Σύμπαν, η Φύσις όλη, το Παν, παν ότι υπάρχει είναι ένα ενιαίον σύνολον διεπόμενον εις όλας τας δυνατάς διαστάσεις του, διάστασιν υλικήν με την στενήν έννοιαν του όρου, ηθικήν, πνευματικήν, ψυχικήν, από κοινούς Φυσικούς Νόμους, κατ' αναλογίαν.  Εφ’όσον όλα κατ’αναλογίαν, συνεπάγεται ότι η ομοίωσις δηλαδή η αναλογία, είναι η κλείς διά την σύλληψιν και κατανόησιν από την ανθρωπίνην διάνοιαν των επέκεινα της  εμπραγμάτου ανθρωπίνης γνώσεως, της γνώσεως δηλαδή της διά των αισθήσεων και διά των επιστημονικών οργάνων (προέκτασις των ανθρωπίνων αισθήσεων). Κλείς πολύτιμος, διότι με αυτήν η ανθρωπίνη διάνοια ορμομένη απο την εμπράγματον δι' εκείνην γνώσιν, δύναται να σχηματίζη διά προεκτάσεως κατ΄αναλογίαν, τεκμαρτήν γνώσιν και διά τα επέκεινα. Βεβαίως με όλας τας δεούσας επιφυλάξεις διά την ορθότητα της τεκμαρτής αυτής διά τα επέκεινα γνώσεως, τας οποίας επιβάλλουν η σωφροσύνη και η μετριοφροσύνη. "Οπως τα πάνω έτσι και τα κάτω" κατ η ΄αναλογίαν, διδάσκει Ερμής ο Τρισμέγιστος, επίσης και ο Τεκτονισμός. Αναλογία επίσης μεταξύ μακροκόσμου και μικροκόσμου, μεταξύ Σύμπαντος και ψυχής. Κατ' αναλογίαν λοιπόν, η ψυχή ως φυσική οντότης και εκείνη, διεπομένη και εκείνη και ρυθμιζομένη  από τον παγκόσμιον και αναλλοίωτον Φυσικόν Νόμον όπως διδάσκει ο Τεκτονισμός και τα Μυστήρια γενικώτερα,  συνίσταται και εκείνη εκ των δύο αϊδίων κοσμογονικών ουσιών αι οποίαι κατά την ορφικοπυθαγόρειον-τεκτονικήν, την όντως δηλαδή μυστηριακήν άποψιν, παράγουν εν συνεργασία και δημιουργούν αενάως το παν. Τουτέστιν, το μορφικόν Είναι της Φύσεως, την  εκ του Χάους Τάξιν, κατά την τεκτονικήν φρασεολογίαν.

Ο Πλάτων (Τίμαιος, 28a) υποστηρίζει: « Εστιν ουν δη κατ’ εμήν δόξαν, πρώτον διαιρετέον τάδε · τι το ον αεί γένεσιν δε ουκ έχον, και τι το γιγνόμενον μεν αεί, ον δε ουδέποτε · το μεν δη νοήσει μετά λόγου περιληπτόν αεί κατά ταυτά ον, το δ’ αύ (το άλλο πάλι) δόξη μετ’ αισθήσεως αλόγου δοξαστόν, γιγνόμενον και απολλύμενον, όντως δε ουδέποτε ον »

Κατά την μυστηριακήν άποψιν λοιπόν, το μορφικόν Είναι της Φύσεως δομείται: α) από ουσίαν άϋλον, ενιαίαν-συνεχή προς εαυτήν, πληρούσαν τον χώρον άπαντα, και κατά τόπον και χρόνον με άλλοτε άλλην έντασιν ενεργείας ενεργόν, προσαγορευθείσαν με διαφόρους συνωνύμους προσωνυμίας, όπως:

Ο Θεός, ο Δημιουργός, ο Πατήρ, ο Λόγος (ο απρόσωπος κοσμογονικός Λόγος), η

Μονάς, η Ενέργεια, το Είναι, το Εν, το Αγαθόν, το όντως όν, ταυτόν, το Ιερόν Πυρ,

το Αιώνιον Φως, το Θείον,... Ο κοσμογονικός Ζεύς, το κοσμογονικόν Αρρεν, ο ΜΑΤΣ.

β) από ουσίαν υλικήν, ασυνεχή, ατομικήν, πολλαπλήν, και πάσχουσαν. Πάσχουσαν, με την έννοιαν ότι αι δικές της ιδιότητες ενεργοποιούνται από την δράσιν επ' αυτής της αϋλου ενιαίας-συνεχούς ουσίας, υπό διαφόρους συνωνύμους προσωνυμίας και εκείνην, όπως: η Μήτηρ, το Κακόν, θάτερον, τα πολλά, η αόριστος δυάς, κ.α.  Η κοσμογονική Ηρα, το κοσμογονικόν Θήλυ, τα εις τον άπειρον χρόνον εν δυνάμει άπειρα απειροστά της Υλης (τα φιλοσοφικά άτομα).

Ο Πρόκλος (412-485) συνοψίζει: «Ο δε δημιουργός αυτός, ο μέγιστος Ζεύς συζυγεί τη Ηρα...ην ο Ορφεύς ισοτελή τω δημιουργώ καλεί και συνάπτει και συζεύξας, μίαν ποιεί Μητέρα πάντων ων ο Ζεύς Πατήρ» (εις Πλάτωνος, “Τίμαιον”,ΙΒ’,450). Κατά την μυστηριακήν άποψιν πάντοτε, εις το επίπεδον της διφύλου-διγενούς ψυχής, διφύλου-διγενούς ως συνισταμένης και εκ των δύο κοσμογονικών φύλων-γενών, και εκ «ταυτού» και εκ «θατέρου» όπως εδίδαξαν ο Μέγας Ιεροφάντης Πυθαγόρας και ο μεμυημένος εις τα Ελευσίνια Μυστήρια μύστης Πλάτων ("Τίμαιος"), εις το επίπεδον της κορυφαίας αυτής δημιουργίας του αενάου γίγνεσθαι, της ψυχής, αι δύο κοσμογονικαί ουσίαι συνυπάρχουσαι πλέον εκεί ως μία αδιάσπαστος ενότης, συνιστούν και συγκροτούν πλέον έν ενιαίον αδιαίρετον και αθάνατον Ον (ψυχή), όπου εν αυτώ συνεργάζονται στενώτερα, εντονότερα, και παραγωγικώτερα από οπουδήποτε αλλού. Οπότε η ψυχή ως φυσική οντότης, συνισταμένη και εκείνη από τα ίδια δομικά συστατικά όπως και το υπόλοιπον του Σύμπαντος, λογικόν φυσικόν και επόμενον είναι να υπόκειται και εκείνη κατ' αναλογίαν εις τους αυτούς Φυσικούς Νόμους που απορρέουν από τους Γονείς της, διέπουν το Σύμπαν όλον, και συνεπώς και το περιβάλλον της. Διά να δύναται όμως η ψυχή να αντλή ενέργειαν, ώστε να εκδηλώνη τας εν αυτή απείρους εν δυνάμει δυνάμεις και ιδιότητάς της με τας οποίας την έχουν προικίσει οι γονείς της, τουτέστιν η Φύσις, να επικοινωνή με το περιβάλλον της και να εξελίσσεται, χρήζει καταλλήλου οργανισμού, τουτέστιν οργανισμού αντιστοιχούντος εις τον εκάστοτε βαθμόν εξελίξεώς της. Διότι, εάν η ψυχή ήτο αυτάρκης, εάν ηδύνατο δηλαδή να λειτουργή και να εξελίσσεται αυτοτελώς και αυτοδυνάμως, τότε οι οργανισμοί θα περίττευαν και συνεπώς ως  άχρηστοι, λόγω της οικονομίας της Φύσεως, οι οργανισμοί δεν θα υπήρχαν.  Ομως οι οργανισμοί υπάρχουν, και υπάρχουν προφανώς διά να δύναται η ψυχή να λειτουργή και να εξελίσσεται. Να εξελίσσεται η ψυχή, διότι απέκτησαν επίσης την γνώσιν τα Μυστήρια ότι μεταξύ των Φυσικών Νόμων περιλαμβάνεται και ο Νόμος της  Εξελίξεως, της αενάου Εξελίξεως εις τον οποίον υπόκεινται  ευεργετούμενοι οι πάντες και τα πάντα, άπαντες, από του πρωταρχικού δημιουργικού αιτίου, του απροσώπου Λόγου, του ΜΑΤΣ, του Θείου Νομοθέτου, έως και της κορυφαίας δημιουργίας της Φύσεως, τουτέστιν της ψυχή.

Η ψυχή επομένως, η κάθε ψυχή, διά να δύναται να μετέχη και εκείνη τού και να ευεργετείται από τον Φυσικόν αυτόν Νόμον, υποχρεούται από της συστάσεώς της και εντεύθεν να ενσωματώνεται σε οργανισμούς ανερχομένη με αυτούς προοδευτικώς την βιολογικήν κλίμακα, αρχής γενομένης από του απλουστάτου υλικού οργανισμού εις την βάσιν της, έως και του ανθρωπίνου, εις την κορυφήν. Οργανισμού Homo Sapiens, του πλέον εξελιγμένου υλικού οργανισμού επί του πλανήτου Γη. Αι δυνατότητες όμως εξελίξεως της ψυχής ακόμα και με τόσον εξελιγμένον οργανισμόν, την ανωτάτην δηλαδή βαθμίδα της γηίνης βιολογικής κλίμακος, έχει όριον αδύνατον να ξεπεραστή ως εκ της φύσεως του οργανισμού αυτού, υλικού, φθαρτού και θνητού. Διδασκόμεθα ημείς οι τέκτονες ότι «οι ανθρώπινοι οφθαλμοί δεν δύνανται να ανθέξουν εις την λάμψιν του Αιωνίου Φωτός», και ότι συνεπώς δεν δύνανται να το δούν με εξαίρεσιν ολίγας ακτίνας αυτού, και δη εμμέσως. Η ψυχή επομένως  χρήζει προς τούτο μεταφορικώς τε και κυριολεκτικώς, οράσεως καθώς και πάσης άλλης αισθήσεως γενικώς, ποιότητος ανωτέρας της προσφερομένης από τον ανθρώπινον οργανισμόν. Συνεπώς, οφείλει η ψυχή να υπερβή τα όρια που θέτει εις αυτήν ο ανθρώπινος οργανισμός ίνα εξελιχθή έτι περαιτέρω, όπως προώρισται. Οπως προώρισται, λόγω και χάριν του Φυσικού Νόμου της Εξελίξεως, ο οποίος εγγυάται εις την ψυχήν εξέλιξιν αέναον και ατέρμονα. Συνεπώς, όταν η ψυχή εξαντλήση τα όρια της εξελίξεώς της με ανθρώπινον  οργανισμόν διά πολλαπλών προφανώς μετενσαρκώσεων, διότι μία μόνον ενσάρκωσις σε επίπεδο Homo Sapiens προφανώς δεν επαρκεί (αι έννοιαι: εξέλιξις της ψυχής και μετενσάρκωσις, είναι κατά λογικήν απαίτησιν αρρήκτως συνδεδεμέναι. Εξέλιξις της ψυχής χωρίς μετενσαρκώσεις είναι ανέφικτος, και μετενσαρκώσεις χωρίς δυνατότητα εξελίξεως της ψυχής δεν έχουν νόημα), πρέπει η ψυχή να εξέλθη του κύκλου, ή μάλλον του σπειράλ των μετενσαρκώσεων , ίνα εξελιχθή έτι περαιτέρω. Μετενσαρκώσεων, διά των οποίων η ψυχή εξελίχθη μέχρι τούδε, διδασκομένη άλλοτε διά του ορθού λόγου και άλλοτε διά του παθήματος και κυρίως διά του αντιπεπονθότος, να σέβεται ελευθέρα βουλήσει τους Νόμους της Φύσεως, τουτέστιν να συντονίζεται προς τον Παγκόσμιον Ρυθμόν. Οφείλει δηλαδή η ψυχή, να ελευθερωθή από τα δεσμά της ύλης. Τοιαύτη όμως απελευθέρωσις από τα δεσμά της ύλης απαιτεί να κατακτήση η ψυχή το φυσικόν δικαίωμα και την δυνατότητα ενσωματώσεως σε οργανισμόν διαφορετικής και ανωτέρας, πολύ ανωτέρας φύσεως του ανθρωπίνου. Οργανισμόν άϋλον, άρα μονογενή. Μονογενής δεν σημαίνει μοναχοπαίδι, αλλά εξ ενός μόνον γένους, εις την περίπτωσιν, εκ του γένους «Μονάς», «το Αρρεν κοσμογονικόν γένος», το άϋλον, εν αντιθέσει προς τον ανθρώπινον οργανισμόν, εκείνον διγενή. Διγενή, ως συνιστάμενον και εκ των δύο κοσμογονικών γενών (Υλη+συνθετικός Λόγος=ανθρώπινος οργανισμός). Να αποκτήση δηλαδή η ψυχή οργανισμόν πνευματικόν, άφθαρτον, και μη υποκείμενον εις τον Φυσικόν Νόμον της συνθέσεως και αποσυνθέσεως των μορφών δηλαδή του Θανάτου, άρα οργανισμόν αθάνατον, θεϊκόν. Ούτως ώστε η ψυχή να μην είναι μόνον εκείνη αθάνατος, να είναι αθάνατος και ο οργανισμός της. Το όλον δηλαδή ψυχή+οργανισμός να είναι αθάνατον. Ο μύστης Πλάτων αναφέρει ("Φαίδρος"):

«οι άνθρωποι είναι ψυχαί αθάνατοι με σώματα θνητά, οι θεοί είναι ψυχαί αθάνατοι με σώματα αθάνατα». Θεοί ατομικοί, θεοποιημέναι ψυχαί, θεοί αποτέλεσμα της

εξελίξεως της Φύσεως, και συνεπώς ατέρμων προέκτασις προς τα άνω, της γηίνης βιολογικής κλίμακος. Οι έξω της Γης αδελφοί μας...(ΑΑΣΤ)

Ομως ένεκεν δικαιοσύνης, της της Φύσεως Δικαιοσύνης, τα φυσικά δικαιώματα είναι αρρήκτως συνδεδεμένα με τα αντίστοιχα φυσικά καθήκοντα. Προφανώς λοιπόν και ευλόγως, η απελευθέρωσις της ψυχής από τα δεσμά της ύλης, η απόλυτος  ελευθερία της να διαθέτη εαυτήν όντως συμφώνως προς την ιδίαν αυτής θέλησιν διότι ενσωματωμένη σε αθάνατον θεϊκόν οργανισμόν, εξαρτάται φύσει από την πλήρωσιν δύο συνθηκών εκ των ων ουκ άνευ:

α) την διανοητικήν, συναισθηματικήν και ηθικήν βελτίωσιν της ψυχής, εις βαθμόν ώστε ελευθέρα βουλήσει να προσαρμόζεται όχι μόνον από λογικήν αλλά και από συναισθηματικήν απαίτησιν προς τας επιταγάς των Νόμων της Φύσεως. Απαιτείται δηλαδή ο εξαγνισμός της ψυχής, η κάθαρσίς της, ώστε να δύναται και δικαιούται ενσωμάτωσιν σε θεϊκόν οργανισμόν. Και,

β) την γένεσιν και παροχήν εις τοιαύτην εξελιγμένην ψυχήν τοιούτου εξελιγμένου αθανάτου θεϊκού οργανισμού. Οργανισμού εν είδει Ναού, Ναού της Αρετής, Ναού της εναρέτου ψυχής, ψυχής Αριάδνης, δηλαδή ψυχής πάναγνης (αριάδνη=πάναγνη) . Εις το κομβικόν αυτό σημείον της εξελίξεως της ψυχής, ο ρόλος των Μυστηρίων είναι σπουδαιότατος, κεφαλαιώδης και καταλυτικός, διότι όχι μόνον αι θεωρητικαί γνώσεις, αλλά και αι πρακτικαί διά των οποίων επιτυγχάνεται η πλήρωσις και των δύο αυτών προαναφερθεισών συνθηκών εκ των ων ουκ άνευ, η κάθαρσις δηλαδή της ψυχής, και κυρίως η γένεσις - παροχή εις αυτήν πνευματικού αθανάτου θεϊκού οργανισμού με αποτέλεσμα την θέωσίν της, είναι και το κατ' εξοχήν και κατ' αποκλειστικότητα εσωτερικόν έργον , το λεγόμενον Μέγα Εργον των Μυστηρίων, εφικτόν μόνον  κατά τας περιόδους ακμής των(απαραίτητος η ύπαρξις Ιεροφάντου όντως Ιεροφάντου, μετά Ιερείας όντως Ιερείας). Προφανώς όμως όχι, κατά τας περιόδους παρακμής των. Ο δρόμος προς τον Ουρανόν περνάει από τα Μυστήρια, και όταν των Μυστηρίων ηγούνται ανάξιοι, ισχύει διά τους αναξίους το ρηθέν από τον Χριστόν Ιησούν διά τους Φαρισαίους: “κλείουσι την βασιλείαν των ουρανών έμπροσθεν των ανθρώπων · εκείνοι γαρ ουκ εισέρχονται, ουδέ τοις εισερχομένοις αφίουσιν εισελθείν” (Κατά Ματθαίον, ΚΓ΄). Διότι διαφορετικά, εάν δηλαδή ο δρόμος προς τον Ουρανόν δεν περνούσε από τα Μυστήρια, τότε τα Μυστήρια θα περίττευαν, θα αρκούσαν  αντί των Μυστηρίων αι φιλοσοφικαί σχολαί, αι όντως φιλοσοφικαί, λεγόμεναι φιλοσοφικαί σχολαί...

Οντως μέγα λοιπόν το των Μυστηρίων Μέγα Εργον, και με έτερον σκοπόν και έργον των Μυστηρίων ουχ' ήττον σημαντικόν, την ηθικήν και πνευματικήν ανύψωσιν και ευδαιμονίαν όχι μόνον των μελών των, αλλά των κοινωνιών γενικώς, και της ανθρωπότητος συνολικώς. Αποστολή δηλαδή και καθήκον των Μυστηρίων είναι η συνδρομή εις την ατομικήν τε και συλλογικήν πρόοδον και εξέλιξιν των ψυχών, αναλόγως του βαθμού εξελίξεως και δυναμικής εκάστης.

Τούτων πάντων λαμβανομένων υπ' όψιν, ουδόλως εκπλήσσει το γεγονός ότι διά του κανόνος της αναλογίας, τα Μυστήρια επαραλλήλησαν αλληγορικώς την πορείαν και εξέλιξιν της ψυχής με τας μεταβολάς του περιβάλλοντός της, και ειδικώτερα με τας μεταβολάς της επιφανείας της Γης υπό τας επιδράσεις της ανθρωπίνης εργασίας εφ' ενός, και του Ηλίου, ή μάλλον του Ουρανού γενικώτερα, αφ' ετέρου. Επαραλλήλησαν αλληγορικώς τα Μυστήρια τας τέσσαρας εποχάς εν συνδυασμώ με την γεωργίαν, λέξιν σύνθετον από τας λέξεις γη και έργον, με την εξέλιξιν  πάσης ψυχής, κυρίως όμως της εξελιγμένης εις επίπεδον ανθρώπου ψυχής, και κατ’ εξοχήν,  της ψυχής των μυστών.

Εν τοις Μυστηρίοις λοιπόν, όπως  κατά τας ετησίους εποχάς που προκύπτουν από την σχέσιν της Γης με τον Ουρανόν, λαμβάνουν χώραν διά της γεωργίας  το Φθινόπωρον η σπορά, τον Χειμώνα η βλάστησις, το Εαρ η ανθοφορία, και το Θέρος η καρποφορία-συγκομιδή, ούτω κατ' αναλογίαν, και εις την ψυχήν του μύστου πρέπει μυστηριακώς διά της μυσταγωγίας να λάβουν χώραν διαδοχικώς και εμπράκτως η μυστηριακή σπορά, βλάστησις, ανθοφορία και καρποφορία- συγκομιδή, σε διανοητικό, συναισθηματικό, ηθικό και εν τέλει ψυχο-πνευματικό επίπεδο. Τουτέστιν, να συντελεστή το Μέγα Εργον, το Μέγα μυστηριακόν Εργον. Εξ' ου και ο εορτασμός των φυσικών εορτών από τα Μυστήρια. Ητοι, διά την εις βαθμόν εξελίξεως Homo Sapiens και εν τοις Μυστηρίοις μυουμένην ψυχήν, έχομεν τας αναλόγους αντιστοιχίας:

ΦΥΣΙΚΑΙ ΕΟΡΤΑΙ / ΕΠΟΧΑΙ - ΓΕΩΡΓΙΑ            -----  ΜΥΣΤΗΡΙΑ - ΜΥΗΣΙΣ

-     Φθινοπωρινή Ισημερία / Φθινόπωρο - σπορά     ----  εισαγωγική μύησις...

-     Χειμερινή Τροπή / Χειμών - βλάστησις                 ----   ...

-     Εαρινή Ισημερία / Εαρ - ανθοφορία                     ----  ...

-     Θερινή Τροπή / Θέρος - καρποφορία-συγκομιδή ---  ...αποθέωσις της ψυχής!

    Τούτων πάντων ένεκα, όλα τα Μυστήρια περιλαμβανομένου και του συγχρόνου Ελευθεροτεκτονισμού, είχον - έχουν ως κεντρικήν των διδασκαλίαν μίαν κοινήν, την ιδίαν κατά την ουσίαν της αλληγορίαν, καθ' ην, έν Ον εξελικτικώς ανώτερον του ανθρώπου , ένα ανώτερον πνευματικόν Ον (ψυχή με πνευματικόν οργανισμόν), ένας  θεός  δηλαδή υπό διαφόρους συνωνύμους προσωνυμίας (Χιράμ, Προμηθεύς, Διόνυσος, Οσιρις, Αττις, Αδωνις, Μίθρας, Χριστός, κ.α.), κατερχόμενος εξ Ουρανού συλλαμβάνεται εν γαστρί ενσαρκούμενος την Φθινοπωρινήν Ισημερίαν, κυοφορείται και την Χειμερινήν Τροπήν γεννάται ως ενσαρκωθείς θεός άρα θεάνθρωπος , ανδρώνεται, δρα, και την Εαρινήν Ισημερίαν φονεύεται και  ανίσταται εκ νεκρών, δηλαδή θνητών (εις την μυστηριακήν διάλεκτον, φόνος=μεταβολή καταστάσεως, και, νεκρός=θνητός), αναστάς εκ νεκρών τελειώνει το Μέγα Εργον, και την Θερινήν Τροπήν, με το Μέγα Εργον τετελειωμένον, επιστρέφει οριστικώς εις την Ουρανίαν αυτού Πατρίδα.---

Κλεάνθης Καρυδάκης, 33