Ιδεολογική προπαρασκευή: «Αθανάτους μεν πρώτα θεούς, νόμω ως διάκειται, τίμα και σέβου όρκον.........ναι μα τον αμετέρα ψυχά παραδόντα τετρακτύν, παγάν αενάου φύσεως».  
   Η διδασκαλία του θείου Πυθαγόρα, αυτού που αγορεύει τα Πύθια, ήταν και είναι ένα μεγαλοπρεπές όραμα εμπνεύσεως της μεγάλης μορφής του Πυθαγόρου και του φιλοσοφικού δεσμού που συστήθηκε από τον ίδιο.


   Το κεντρικό του δίδαγμα ήταν: «Πρέπει με κάθε τρόπο να επιδιώκουμε να θεραπεύουμε από μεν το σώμα την αρρώστια, από δε την ψυχή την αμάθεια, από δε την γαστέρα την πολυτέλεια, από δε την πόλη την επανάσταση, από δε την οικογένεια τη διχόνοια, από όλα αυτά δε την ασυμμετρία».
   Ονόμασε το σύμπαν «κόσμον» και θεωρούσε πως η ειμαρμένη είναι η αιτία της διοικήσεως και όλου του κόσμου και των κατά μέρη.
Η έννοια του θεού και του θείου κατά τον Πυθαγόρα εστίαζε στην αναγκαία αιτία, την κίνηση, η οποία προσεγγίζει την ουσία των πραγμάτων, το υποκείμενο, το οποίο δέχεται τη μορφή. Αυτή η κίνηση είναι η πρώτη κατά τη δύναμη και υπερτέρα των άλλων, ώστε αρμόζει να ονομάζεται θεός, οπότε οι τρεις πυθαγόρειες αρχές είναι η κίνηση ή θεός, η ουσία των πραγμάτων και η μορφή.
    Ο μεν θεός θεωρείται ο τεχνίτης που κινεί τη δημιουργία, η ουσία των πραγμάτων θεωρείται η ύλη, το κινούμενο, και, ως μορφή, θεωρείται η κοσμική τέχνη της δημιουργίας και της κινήσεως. Αυτή η τριμέρεια, κατά την πυθαγόρεια φιλοσοφία, αποτελούσε την κοσμογονική θεία τριάδα.   
   Ο Πυθαγόρας θεωρούσε από τις δημιουργικές αρχές την μεν μονάδα, την ενιαία, συνεχή και αμέριστη ουσία, ως τον θεό και το αγαθόν, την του ενός φύσιν, την δε αόριστον δυάδα, τη μεριστή ουσία, η οποία διαιρέθηκε σε υλικές και ψυχικές ατομικότητες, τον δαίμονα και το κακόν, στην οποία βρίσκεται το υλικό πλήθος.
   Η κοσμοθεωρία των πυθαγορείων ήταν ανάλογη με των ορφικών, οι οποίοι δέχονταν ότι ο κόσμος ευρίσκετο σε σπερματική κατάσταση «εν τω κοσμογονικώ ωώ», από όπου προέκυψαν ο Φάνης και η Νύκτα, αντίστοιχα προς τη μονάδα και τη δυάδα των πυθαγορείων, από τις οποίες πλάστηκε ο κόσμος. Θεωρούσαν τον θεό ως μια απόλυτη ασύλληπτη πνευματική υπόσταση, ως αθάνατο σώμα, το οποίο γεννήθηκε «ανέκαθεν» μαζί με την παγκόσμια ψυχή και τον αιώνιο χρόνο και έτσι προέκυπτε και η αθανασία των όντων, υπεράνω των ανθρώπων στη βαθμίδα της πνευματικής κλίμακας, τα οποία οι αρχαίοι Έλληνες ονόμαζαν θεούς.    
   Θεμελιώδες στοιχείο της πυθαγόρειας θέασης αποτελούσαν οι αριθμοί, η απόκρυφη αριθμολογία των πυθαγορείων, συμφώνα με την οποία μεταγενέστεροι ερευνητές έφτασαν να θεωρούν ότι, κατά τον Πυθαγόρα, οι αριθμοί αποτελούσαν το ουσιαστικό στοιχείο των πραγμάτων.
«Η του ονόματος επίσκεψις» της λέξεως αριθμός ετυμολογεί από το ρήμα άρω, αραρίσκω (=συνδέω, προσαρμόζω) και τη λέξη ιθμος (=βήμα), οπότε αρ-ιθμός σημαίνει συνδέω, προσαρμόζω και προσχωρώ.
   Η γνώμη του Αριστοτέλη σχετικά με την αριθμολογική μελέτη του πυθαγορείου συστήματος είναι η εξής: «φαίνεται δε ότι οι πυθαγόρειοι νόμιζαν ότι ο αριθμός είναι αρχή και σαν ύλη στα όντα και σαν πάθη και εξής, στοιχεία δε του αριθμού είναι το άρτιον και το περιττόν....», δηλώνοντας, κατά την εκτίμηση του Αριστοτέλη, ότι οι αριθμοί, κατά τους πυθαγορείους, έχουν ουσιαστική υπόσταση και ότι ο κόσμος αποτελέστηκε από αυτούς σε αντιδιαστολή με το όλο πυθαγόρειο σύστημα, κατά το οποίο η μονάς και η δυάς του πυθαγορείου είναι ουσιαστικά στοιχεία και καθορίζουν τη φύση των δυο πρωταρχικών ουσιών, η μεν μονάς αμέριστη και αδιαίρετη, η δε δυάς μεριστή.
   Ο πυθαγόρειος Φιλόλαος ονομάζει τη φύση των αριθμών ηγεμονική και διδακτική με συνέπεια την επεξεργασία των αριθμών ως μέσον γνώσεως των πραγμάτων εκτός των ορίων της ανθρώπινης φύσης και της επιστημονικής μαθήσεως, προσέγγιση που αποτελεί αντικείμενο της απόκρυφης αριθμολογίας, μιας εκ των απόκρυφων επιστημών που απεκαλύπτετο στα αρχαία μυστήρια, την οποία γνώριζε και εφήρμοζε ο Πυθαγόρας. «Όλα όσα γνωρίζουμε έχουν αριθμόν, διότι κανένα δεν μπορούμε να νοήσουμε, ούτε να γνωρίσουμε χωρίς αυτόν», συνεχίζει η περικοπή του Φιλολάου.
   Ο «ιερός λόγος» των πυθαγορείων, η μυστική σημασία των αριθμών, είχε στενή σχέση με τη μυστηριακή αποκάλυψη των πυθαγορείων, την οποία πρώτος ο Πυθαγόρας φανέρωνε κατά τις μυήσεις στα πυθαγόρεια μυστήρια και στις μυστικές διδασκαλίες, κατά τις οποίες εξηγούντο στους μυούμενους οι σχέσεις και οι νόμοι των θείων πραγμάτων και δογμάτων.
Κατά τον Ιάμβλιχο η μονάς είναι αιτία ταυτότητος και ενώσεως, όπου το μεν εν γεννά όλους τους επόμενους αριθμούς και το σύνολο, το απόλυτο είναι αγέννητο. Κατά τους πυθαγορείους η μονάς είναι ουσία αυθύπαρκτη, η οποία συνέχει το παν, προς την οποίαν το παν τείνει, συγκροτεί τα σώματα και ενώνει τα μόρια της ύλης σε μορφές.         
Η δυάς, χορηγός προόδου και διακρίσεως αποτελεί το ουσιαστικό είναι της φύσεως, από το οποίο δημιουργήθηκε το παν στον κόσμο. Η δυάς περιέχει τα δυο πρώτα στοιχεία που εκδηλώθηκαν στη φύση, την κίνηση και τη ζωή, που ανταποκρίνονται στους αριθμούς «ένα» και «δύο», η δε εκδήλωση της μονάδος αποτελεί την τρίτη φάση της δημιουργίας, τον αριθμό «τρία», την εκδήλωση της μορφής.
   Ο αριθμός «τέσσερα» είναι η υπόσταση της φύσεως, όπου η τετράς είναι η δημιουργική αιτία των όλων, είναι τα τέσσερα ριζώματα του όρκου των πυθαγορείων, του πυρός, του αέρος, του ύδατος και της γης, τα οποία συγκροτούν το ψυχονοητικό και το σωματικό μέρος του όντος και είναι η βάση, επί της οποίας εδραιώνεται η λειτουργία της τετρακτύοσης, στην οποίαν ορκίζονταν οι μαθητές του πυθαγορείου, ο δε όρκος ήτο ο εξής: «ου μα τον αμετέρα γενεά παράδοντα τετρακτύν, πάγαν αέναου φύσεως ριζωματ’ έχουσαν», δηλαδή «ναι  ορκίζομαι εις εκείνον (τον Πυθαγόρα) που παρέδωσεν εις την ψυχήν μου την τετρακτύν (την διδασκαλίαν), πηγήν αέναου φύσεως περιέχουσα τα ριζώματα», όπου η αλληγορία της τετρακτύος οδηγεί τον άνθρωπο στην τελειοποίηση και την πνευματική αποθέωση.
   Η τετρακτύς εμφανίζεται αναδυόμενη από τα βάθη του «είναι» κάθε συνειδητοποιημένου όντος δια της αρμονικής ροής των τεσσάρων στοιχείων και το ωθεί στον επόμενο στόχο της ανελίξεώς του μέσω του ποταμού των ενσαρκώσεων δια την κατάκτησιν του «ψυχογονικού κύβου».   
Ο αριθμός «τέσσερα» χαράσσει με αόρατο σταυρό τους δυο άξονες του ζωδιακού κύκλου και της θόλου της Επιδαύρου. Η τετρακτύς του πυθαγορείου ορίζει επί του δαπέδου της θόλου την είσοδο στην ανατολή και τοποθετεί τα τέσσερα σημεία ανατολής-δύσεως, βορά-νότου που είναι οι άξονες ισημερινού/μεσημβρίας -δια του σταυρού μοίρας- να σκιαγραφούν την πορεία της ψυχής.
   Οι τρεις τετρακτυικοί αριθμοί του πυθαγορείου, οι σχετιζόμενοι μετά της ιεράς τετρακτύος, τέσσερα, δέκα, τριανταέξι, συνδυάζονται μετά των δυο ηλιοστασιακών πυλών, των δυο στάσεων του ηλίου, το θερινό και χειμερινό ηλιοστάσιο. Ο Πυθαγόρας επέλεξε και υπέδειξε τους τρεις αυτούς αριθμούς για συγκεκριμένο σκοπό, την αναγνώριση υπό του μικροκοσμικού ελλόγου όντος των πλανητικών σημείων της ελεύσεως και αποχωρήσεώς του που σχετίζονται με την πορεία της ψυχής.
   Ο όρκος της τετρακτύος καθίσταται παράγγελμα σχετικά με την τιμή που χρειάζεται να αποτείνουμε σε εκείνον που δίδαξε την αλήθεια, μέχρι του σημείου να ορκιζώμεθα στο όνομά του, εάν είναι αναγκαίο, και να μην λέγωμεν απλώς ότι αυτός «τάδε έφη», αλλά να βεβαιώνωμεν κατηγορηματικώς  και με εμπιστοσύνη ότι «ούτως έχουν τα πράγματα, ομνύωμεν εις το όνομα του» και, ορκιζόμενος ο ποιητής, εισέρχεται εις το βάθος της θεολογίας και αποφαίνεται την τετράδα ως την πηγή της αΐδιου διακοσμήσεως του κόσμου, αυτή δε δεν είναι άλλη από τον δημιουργό θεό.
Αλλά πως ο θεός είναι η τετρακτύς; Αυτό θα διδαχτούμε εκ του εις τον Πυθαγόρα αποδιδόμενο έργο με τον τίτλο: «Ιερός λόγος» (έργο απωλεσθέν), εν τω οποίω υμνείται ο αριθμός των αριθμών. Και τούτο είναι διότι: 1+2+3+4=10, εκ της οποίας πας άλλος αριθμός γεννάται ως ο θεός δημιουργός δημιουργεί πάντα τα όντα διό και η τετρακτύς δύναται να ονομάζεται ο «αριθμός των αριθμών και κλειδούχος της φύσεως».
   Η γνώση του θεού, η θεογνωσία, παρεδόθη στους πυθαγορείους υπ’ αυτού του ιδίου του Πυθαγόρου και κατά ταύτα δυνάμεθα να είπωμεν ότι το «σέβου όρκον» τηρείται έναντι των αιωνίων θεών και ο όρκος δίνεται εις το όνομα του παραδώσαντος ημίν την τετρακτύν διδασκάλου, ως ανθρώπου δομηθέντος υπό του θεού και ανακλώντος την θείαν ομοίωσιν.
Το μέγιστο παραδοθέν δίδαγμα των χρυσών επών και του όρκου είναι η γνώση της δημιουργικής τετρακτύος, του ιερού ονόματος της τετρακτύος, το οποίο θέλει αποκαλυφθεί εις εκείνον όστις θέλει καταστεί ιεροφάντης.
   Ο Πλούταρχος στο περί Ίσιδος και Οσίριδος συμπληρώνει: «η δε καλούμενη μεγάλη τετρακτύς, τα τριάκοντα εξ, ήτο μέγιστος όρκος, και έχει ονομασθή “κόσμος”, όστις αποτελείται αφ’ ενός μεν από τους τέσσαρας πρώτους αρτίους, αφ’ ετέρου δε από τους τέσσαρας πρώτους περιττούς, ομού προστιθέμενους, οσάκις προστίθενται μαζί και λαμβάνονται εις την ενιαίαν των σύνθεσιν ως συν-όλον».
Οι τρεις τετρακτυικοί αριθμοί 4, 10 και 36 απετέλεσαν κατά τους πυθαγορείους αντικείμενο συσχετισμού μετά του πλανητικού συστήματος και συγκροτούν τον σύνδεσμο μεταξύ μακροκόσμου και μικροκόσμου [(βλ. 1+3+5+7) + (2+4+6+8) = 36].
   Η τετρακτύς με τα παράγωγά της αποτελεί το μέγα τρίγωνο των πυθαγορείων, όπου, πολλαπλασιάζοντας τον αριθμό «τρία» που περιέχει κάθε τρίγωνο με τον συνολικό αριθμό των εννέα τριγώνων του μεγάλου τριγώνου εξάγεται ο αριθμός  81(3Χ27) (βλ. τρεις εικοσιεπτά έτη συμπεπληρωμένα ...), δηλαδή 8+1 = 9.
Έτσι η τετρακτύς είναι το κέντρο και το μέτρο μιας εξωτερικής και εσωτερικής θεώρησης (μέτρησης και εκτίμησης) των κόσμων, εξ ου και ο όρκος για το απόκτημα της τετρακτύος, η οποία συνίσταται από δυο μυστήριες όψεις, που αποτελούν η μια το εξαγόμενο της εξωτερικής πλευράς των αριθμών και η άλλη τον διαχωρισμό των εσωτερικών ενεργειών των αριθμών, οπότε προϋπήρχαν οι αριθμοί στον μέγα Νου, πριν Αυτός αποφασίσει να εκδηλώσει την πλάση της πανδημιουργίας, οι οποίοι είναι συνυφασμένοι με την ουσία του πατρός, αφού κατ’ αριθμούς (αναλογία-μέτρο-κάλλος-αρμονία) έπλασε τους κόσμους (βλ. «ο θεός αεί γεωμετρεί»).  
   Τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα, η τετρακτύς, εμπεριέχει το άγνωστο μυστήριο της αριθμοσοφίας που ξεκινά από τα ενδότερα και φτάνει στη μορφή για να κρατά με τη συνδετική του δύναμη της ύλης τη μορφή, το δε αριθμοσοφικό σύστημα περιελάμβανε, όχι μόνο τις σχέσεις των ατόμων και των στοιχείων, αλλά όλες τις εσωτερικές απαραίτητες αναλογίες, ώστε να εμφανιστούν στον κόσμο μας όλα τα γνώριμα ή άγνωστα φαινόμενα που στηρίζονταν στην τετρακτύ.       
   Οι ανωτέρω απλές μαθηματικές πράξεις είναι πράξεις διαλογισμού, που προσφέρονται ως δώρο προς το διαλογιζόμενο ον, ώστε να εμβαθύνει στην ουσία των τριών τετρακτυικών αριθμών, για την έμπρακτη απόδειξη κατανοήσεως της έννοιας των αριθμών στον ένσαρκο βίο διότι μόνο η ενσαρκούμενη ψυχή έχει δυνατότητα, μέσω των ποικίλων θετικών και αρνητικών εμπειριών στην αέναη εναλλαγή, να καταστεί ενσυνείδητη και ανεξάρτητη, διαμορφώνουσα σταδιακώς την ελευθερία της βουλήσεώς της.
   Οι αέναες αυτές εναλλαγές των ψυχικών εμπειριών αποτελούν εναλλαγές του επιπέδου ασυνειδητότητος με τις αναλογικές αυξήσεις των απαιτήσεων του νόμου σχετικά με τις υποχρεώσεις και τα καθήκοντα της ψυχής, οπότε όφελος της ένσαρκης ψυχής δια του διαλογισμού και της ενδοσκοπήσεως από την εργασία με το «ζωογονικόν τρίγωνον» και τους τετρακτυικούς αριθμούς της ιεράς τετρακτύος είναι η γνώσις του νόμου (της εξελίξεως, του θανάτου) και η ανιδιοτελής προσφορά ως υπηρεσία στα άλλα όντα ενός επιπέδου χαμηλότερου του δικού της δια την εν συνόλω εξέλιξιν της φύσεως.
   Ανταμοιβή της είναι η γνωριμία και η σχέση με τα όντα του αμέσως επόμενου εξελικτικού πεδίου που αναλαμβάνουν την περαιτέρω διαπαιδαγώγησή της, που δεν είναι άλλα από τους δαίμονες της ελληνικής θεολογικής γραμμής, οι «δαήμονες», το «δαιμόνιον» του Σωκράτους (βλ. «ο δημιουργός κατασκεύασε την ψυχήν με τις ιδιότητες της ταυτότητας, της ετερότητας, της στάσεως και της κινήσεως», η τετρακτύς).
   Η τετρακτύς είναι η τέλεια λειτουργιά του νου από τον άνθρωπο που κατάλαβε την αλήθεια ή διδάχθηκε τον τρόπο απόκτησης της αλήθειας. Οι μαθητές του Πυθαγόρα εκπαιδεύονταν πρώτα να σιωπούν και να σιγούν και ύστερα εκπαιδεύονταν να αναπτύξουν τον τρόπο σκέψεως τους.  
Γενικά η τετρακτύς είναι ο ανθρωπόνους του μεμυημένου, ο οποίος ελέγχει και εξασκεί την τέχνη της διακράτησης των τεσσάρων ανώτερων δυνητικών σημείων της συνείδησης, της υποσυνείδησης, της υπερσυνείδησης και της νόησης. Ο νους εκπαιδευόταν να ελέγχει τις αισθήσεις και τις σκέψεις και, όταν αυτό επιτυγχανόνταν, άρχιζε η εκπαίδευση της υποσυνείδησης, η οποία λειτουργούσε μεταβιβάζοντας στη συνείδηση κάθε πληροφορία κατά την ώρα της εκπαίδευσης. Η συνείδηση και η υποσυνείδηση κατόρθωναν να υπακούουν στην υπερσυνείδηση, όταν αυτή μετέφερε τον νου σε άλλες δονήσεις που ήταν ξένες προς τις δυο αυλακώσεις συνείδησης και υποσυνείδησης.
   Τέλος η υπερσυνείδηση δίδασκε το άτομο να στρέφεται και να ενώνεται με τη νόηση, την ανώτερης σύνθεσης νοητική υλη. Αυτή η σειρά των τεσσάρων σταθμών του νου και της ψυχής στην ανιούσα και κατιούσα τους λειτουργία (τα ως άνω και κάτω, τα ως κάτω και άνω) ονομάζονταν από τους πυθαγορείους τετρακτύς και αποτελούσε ακόμα μια κατάσταση, η οποία  εξηγεί γιατί ορκίζονταν στο όνομα εκείνου (του Πυθαγόρου), ο οποίος τους δίδαξε και τους παρέδωσε την τετρακτύ, την τετρα-διάστατη περιοχή.
Η τετρακτύς είναι το ιδεατό όργανο του  αυτόματου εντοπισμού, σύλληψης και καταγραφής των συντελούμενων δονήσεων, κινήσεων και πράξεων σε οποιοδήποτε μέρος  των κόσμων, των τεσσάρων διαστάσεων και των γεγονότων του φυσικού και αστρικού μας κόσμου.   


Γεωργ. Καλογεράκης

 

Βιβλιογραφία

Αλτάνη, Επίδαυρος θόλου αποκάλυψις.
Π. Γράβιγγερ, Πυθαγόρας.
Ιπποκράτης Δάκογλου, Πυθαγόρειος αριθμοσοφία.
Ιεροκλής, Σχόλια επί των χρυσών επών.
Ζαν Μάλινγκερ,  Τα μυστικά των πυθαγορείων.
Πρόκλος, Υπόμνημα επί των χρυσών επών.
Πυθαγόρειος φιλοσοφία και αριθμολογία.
Τυπικά μυητικών παραδόσεων